Thursday, March 12, 2015

DESTE (αποσπάσματα) «Ο,τι η μοίρα ορίσει...» Αίγινα. Στο σπίτι της Κατίνας, σήμερα Το κουτί άνοιξε εύκολα με το κλειδάκι. Ηταν στη θέση του περασμένο, σε μια κόκκινη κλωστή. Τρείς κόμποι την στερέωναν πάνω του γερά. «Σα να φοβάται αόρατους εχθρούς! Χμ.» Από μέσα φάνηκε το πορφυρό τριμμένο βελούδο. Αναποδογύρισα το κουτί και ξετύλιξα το βελούδο. Μια φιγούρα με λαμπερό βλέμμα, εμφανίστηκε πάνω-πάνω. Φύσηξε γρέγος. «Μαμά! Δεν κλείνεις κανα τζάμι, Θα μου πάρει τα χαρτιά ο αέρας» Η Ελένη εμφανίστηκε στην πόρτα, σκουπίζοντας τα χέρια της σε πεσκίρι κουζίνας. Κάθισε στη διπλανή καρέκλα και την τράβηξε προς τα μέσα. «Θα μου τα πείς;» «Τι να σου πω;» «Θα μου πεις τα χαρτιά;» «Ε;» «Τα χαρτιά λέω. Τα χαρτιά της Κατίνας, θα μου τα πεις;» «Τι να σου πω μαμά, τη μοίρα σου;» «Ναι». «Γιατί ξέρεις εσύ πως λέγονται;» «Εγώ, όχι. Αλλά ήξερε εκείνη και μου τα’γραψε να στα πω. Δυό μέρες μου υπαγόρευε. Στάσου. Θα φέρω το μπλοκάκι μου». Τραβολόγησε με ζόρι το συρτάρι του σερβάν και όταν αυτό φχαριστήθηκε αρκετό τρίξιμο, άνοιξε επιτέλους. Εχωσε τα χέρια της στο συρτάρι, ανασήκωσε όλες τις πετσέτες φαγητού,τραπεζομάντηλα, κεντίδια, κι έψαξε στον πάτο. «Για φαντάσου! Κοίτα τι βρήκα! Το πετσετάκι της κίτρινης λάμπας!. Κι έλεγα κι εγώ! Πού το’χω χώχει...πού τόχω χώσει...! Κάπου το’χω χώσει και θα το βρώ. Να σου και το μπλοκάκι!» Το εξέτασε. «Καλά που δεν βράχησε με τα νερά που μπήκαν πρόπερσι από τα κεραμίδια». Τό ‘φερε στο τραπέζι. Τα γράμματα της μάνας μου ήταν πάντα τσιγκελωτά. «Στο «κυριεύει» το «κυ» γράφεται με ύψιλον μαμά όχι με ήτα». «Δεν πειράζει» «Καλά λες» Τα χαρτιά απλώθηκαν κατά συμβουλή της Ελένης πάνω στο τραπέζι. «Με τη σειρά τους!» επέμενε. Άνοιξα το μπλοκάκι τυχαία σε ένα φύλλο. « Dastar . Η Χανούμισσα του διαμαντιού. Είναι αυτή εδώ μέσα στα χαρτιά;» «Ναι». «Ποιά είναι βρε μάνα;» «Αυτή!» η Ελένη έδειξε ένα χαρτί. «Εδώ φαίνεται μόνο ένα φρύδι». «Ε! Αυτή είναι!». Τι νούμερο την γράφει αυτήν στο μπλοκάκι;» «Δεκατέσσερα» «Αυτή είναι. Να! μέτρα από την αρχή έως δεκατέσσερα». Δε χωρούσε κουβέντες. «Κάτσε διάβασε» είπε τέλος. «Θα πάω μέχρι την αγορά. Μου ‘πε ο βαρκάρης πως έχει γαλέους. Φρέσκους» Έμεινα μόνη μου με την τράπουλα. Κατέγραψα τα χαρτιά, σε νέο κατάλογο. «Τι είναι αυτό; σαν αλεπού. Κάτι φαίνεται εδω δά. Μια μούρη αλεπούς είναι σίγουρα.» Μέτρησα τα χαρτιά, τα’βγαλα εξήντα πέντε. Είχε πρόσωπα, σύμβολα, πέτρες, και τζαν. Ο έρωτας είχε λαμπρή θέση ανάμεσα στις ερμηνείες. Είπα να πω τη μοίρα μου στον ευατό μου. Πήρα το μπλοκάκι. «Για να σε δούμε λοιπόν κι εσένα κυρία Deste! Τι πουλιά πιάνεις;». Σήκωσα ένα χαρτί και κόντεψε να μου κοπεί στα δύο. Σκέφτηκα να το κολλήσω με σελοτέιπ, αλλά θα κιτρίνιζε με τον καιρό. Το λυπήθηκα. Η τράπουλα ήταν πολύ φθαρμένη. Από ένστικτο δεν ήθελα να την τραυματίσω. Αλλαξα γραμμή πλεύσεως και πήρα λεπτό χαρτί να τη ξαναζωγραφίσω. Στη μία, η μαμά, ξαναγύρισε παρέα με τους γαλέους. «Τι κάνεις εκεί Μαρία;» «Ζωγραφίζω» “MH!” “Δεν την χαλάω μαμά! Ξεπατικώνω, ότι μπορώ». «Μποράδια». Είχε αναστατωθεί. «Εγώ τη φυλάω τόσα χρόνια, όχι για να την χαλάσεις εσύ. Ακου εκεί! Ενα τόσο πολύτιμο πράγμα. Θα καταλάβεις πόσο πολύτιμο είναι, όταν αρχίζεις να τη ρωτάς» «Εσύ τη ρώτησες ποτέ;» «Δεν είναι δικιά μου!» Σήκωσε τον ώμο «Και βάλτη μέσα στο κουτί της Τώρα! Δεν είσαι άξια εσύ...!» «Καλά, μη φωνάζεις. Τι θα φάμε;» «Γαλέο σκορδαλιά. Πάω να μουσκέψω το ψωμί» Την πήρα στο κατόπι. «Πες μου γι αυτή την τράπουλα μαμά. Τι θυμάσαι;» «Εγώ ξέρω, πως η Κατίνα, την είχε σαν Θεό. «Η Deste είναι το φως της γνώσης» έλεγε. «Από τα βάθη της ανατολής και της Ασίας έχει έρθει». Οτι πει, αυτό θα γίνει». Εμένα, μου είχε πει, πως η Deste σου δείχνει Το τι θα γίνει. Τι θα συμβεί. Εκείνη, καμμία κίνηση δεν έκανε, αν δεν την συμβουλευόταν. «Θέλω να ξέρω!...» έλεγε «Αν ξέρω, τότε θα κάνω το κουμάντο μου, για το τι θα πρέπει να πράξω. Η γνώση, είναι φύλακας...» Κι εσύ την είχες δει την Deste» «Αντε!» «Μου την έδειξε, όταν ήσουν πολύ μικρή. Μια μέρα που φοβόμουνα, αν ο πατέρας σου είχε ξελογιαστεί με καμμιά, η τράπουλα είπε OXI. Και δεν είχε ο άνθρωπος, καλός άνθρωπος» «Ε ωραία!» «Ακου! Η Κατίνα την άφησε για σένα. Εσύ κάντην ότι θέλεις. Εγώ, σου λέω πως είναι αμαρτία να χαλάσεις κάτι τόσο παλιό» Το ξανασκέφτηκα. Όλη τη νύχτα. Την πέρασα κοιτώντας την τράπουλα. Την άλλη μέρα δεν πήγα για μπάνιο. Την παράλλη, ούτε. Ημουνα εκεί, στρωμένη πάνω στην deste. Μελέταγα τις ερμηνείες. Στη Δύση της Παρασκευής, είχα μάθει τα χαρτιά απ’έξω. Και τότε τα πρωτόπα. Ακολούθησα τις οδηγίες κι έριξα τα χαρτιά. Η μαμά παρακολουθούσε. Φοβούμενη μήπως τραυματίσω τα χαρτιά, τα μετακινούσα με ευλάβεια. Έψαξα να βρω ποιό χαρτί με εκπροσωπεί να το βάλω στο κέντρο» «Καλύτερα να βάλεις στο κέντρο μια φωτογραφία σου. Να κοίτα! Για τον ευατό της η Κατίνα, έβαζε αυτό το πορτρετάκι» Ανασήκωσε το βελούδο κι από κάτω ξετρύπωσε μια μικρή καρφίτσα που ήταν ζωραφισμένη η Κατίνα. «Αυτή είναι η Κατίνα;» «Αυτή» Το πορτρέτο έδειχνε μια γυναίκα περήφανη. Μια αρχόντισσα. Μαύρα ρούχα, μπούστο ανοικτό. Τα μαλλιά της ήταν σηκωμένα, και πιασμένα σε πυκνές μπούκλες. Το ένα της φρύδι ήταν γραμμωτό. «Σου μοιάζει μαμά. Ειδικά στα μάτια» Εβαλα όμως κάτω την χανούμισσα του ρουμπινιού. Αυτήν. Το χαρτί του στεφανώματος έπεσε ακριβώς στα δεξιά μου. Ηταν η βέρα. «Ξέρεις τι σημαίνει αυτό μαμά;» «Τι;» «Θα ξαναπαντρευτώ» Δεν της έκανε καμμία εντύπωση. «Για συνέχισε, να δούμε ποιόν θα πάρεις. Και μόλις τελειώσεις να την ξαναβάλεις στο κουτί της». «Τι άγχος κι αυτό!» «Αγχος, Ναι. Κι άλλα χέρια εκτός από τα δικά σου να μην την πιάσουν» «Εγώ λέω, να κάνουμε μια κόπια». «Τι;» «Να την αντιγράψουμε» «Α πα πα!» «Ετσι θα τα ρίχνουμε χωρίς να φοβόμαστε μη χαλάσει η παλιά. Θα ζωγραφίσουμε και φρύδια, θα συμπληρώσουμε και τα χαλασμένα. Θα βάλουμε και ζωγραφιές εκεί που λείπουν. Στάσου. Εχω μια φίλη, την Έλλη. Αυτή δουλεύει σε μουσείο. Πως αναστηλώνουν τα αρχαία, θα αναστηλώσουμε κι εμείς την Deste». «Να μην πιάσει η φίλη σου την Deste». «Και πως θα γίνει;» «Να της την περιγράψεις» Η Deste πήρε τον δρόμο της προς αναστήλωση την άλλη μέρα το πρωί. Η μαμά ήταν μέσα στους φόβους. «Να δεις, που η φίλη σου, θα κάνει μια δικιά της Deste και θα βλέπει τη μοίρα της» «Κι αν τη βλέπει; Εσένα τι σε κόφτει; Εσύ δεν διατυμπανάς με περηφάνεια πως η Κατίνα έλεγε, πως ό,τι έχουμε, το μοιραζόμαστε με τις δικές μας;» Δυό μέρες μετά, το τηλέφωνο χτύπησε. Με ζητούσαν σε γάμο. Ο δεσμός μου, αποφάσισε να με παντρευτεί. Αίγινα, 18 Αυγούστου 1965 Το βράδυ της Δευτέρας, η μαμά είχε ανησυχίες. Το βράδυ της Τρίτης, μας κοίταζε λες και της φταίγαμε. Την κοιτάγαμε και μεις. Για πρώτη φορά πήρα τον αδελφό μου και καθίσαμε στον νησιώτικο καναπέ του σαλονιού. Αμίλητοι. Η Κατίνα δεν έδινε σημασία στο τι κάναμε μεις, Παρακολουθούσε τη μάνα μου. Εκείνη την στιγμή, κοιταζόταν στον καθρέφτη. Η δεξιά τσέπη είχε ξεφτίσει. Το φόρεμα της τόχε ράψει η Βούλα η μοδίστρα πρόπερσι. «Εδώ στην Αίγινα, δεν έχει μαγαζιά». Ξύνισε. «Να κατέβω μέχρι τον Πειραιά; Στη Βασιλέως Γεωργίου, έχει ότι τραβάει η ψυχή σου. Εχω μαζέψει μερικά λεφτά». Σίγουρα στο μυαλό της στριφογύριζε η σκέψη... Τι να κάνει ο άντρας της πίσω στον Πειραιά μόνος; Για κοίτα που δεν τόχε αναλογιστεί ποτέ! Αντε και το πρωΐ πάει στο μαγαζί. Αντε και σχολάει στις τρείς. Αντε γυρίζει σπίτι κουρασμένος και τρώει. Τι τρώει; Αντε και ρίχνει καναν υπνάκο. Μετά; Το βράδυ; Πέρασαν από το μυαλό της όλες οι πιθανές κινήσεις του. Αποφάσισε να τον πάρει τηλέφωνο και βγήκε στο χωλ. Στις επτά και τέταρτο η Κατίνα μας μήνυσε πως θα έχουμε επίσκεψη. Ποιός θάρθει; Κάποια γνωστή της. Την ξέρουμε; Οχι. Ξεκινήσαμε να κλείνουμε τις κουρτίνες καθώς σουρούπωνε. Η Κατίνα πήγε στην κάμαρά της. Το άντρο της. Τράβηξε το μπαούλο. Πολλές φορές είχα μπει κρυφά εκεί μέσα, με πείσμα να ανοίξω αυτό το μπαούλο. «Τι κρύβει εδώ;» Παρόλο που λουκέτο δεν είχε, πάλευα, πάλευα, αλλα δεν άνοιγε. Μετά φοβόμουν και έφευγα άπραγη, για να μη με πιάσει. Εκείνη το άνοιξε τσίφτικα με μια κίνηση. Εβγαλε ένα πακέτο τυλιγμένο σε φθαρμένο βελούδο. Κείνη το βελούδο το αποκαλούσε «βελιό» Κι η μαμά πού και που, τό’λεγε κι αυτή έτσι με μειδίαμα. «Το βελιό!» θεία... «το βελιό!». Η Κατίνα έφερε το βελούδο στο μέτωπό της. «Η deste!» έκανε. Η έκφρασή της γλύκανε. Με προσοχή μάνας, ξετύλιξε το πανί. Εμφανίστηκε ένα κουτί από μαυριδερό ξύλο. «Αμπανόζ ! θαύμασε η Κατίνα και το χάϊδεψε. Μας είπε ν’ανάψουμε ένα κερί. Το καπάκι του κουτιού είχε ανάγλυφες γραφές. Η θεία πέρασε τα δάκτυλά της ελαφρά από πάνω τους. «Ο,τι η μοίρα ορίσει, ό,τι κι αν ορίσει, να είναι καλοδεχούμενο» Στο άνοιγμά του ξαναφάνηκε ένα ίδιο πανί στο ίδιο χρώμα. Αυτό κλεινόταν προσεκτικά με μια καρφίτσα, σαν μπαρέτα καπέλου που καρφίτσωνε και τις τέσσερις πλευρές στο κέντρο τους. Μέσα υπήρχαν ζωγραφιές. Πολλές. Αλλες ήταν έτσι, άλλες αλλιώς, μα καμμία δεν έμοιαζε με την διπλανή της. Κάποιος ζωγράφος θα είχε ασχοληθεί χρόνια για να τις ζωγραφίσει με λεπτό πινελάκι. Μερικές σε πάγωναν. Ενιωθες την κακία τους. Αλλες, σου μαλάκωναν την καρδιά. Κείνη η μάνα της γής, τι πρόσωπο! Αλλες, δεν ξεχώριζες πιά τι έδειχναν. Μερικές φαινόντουσαν λες και είχαν φάει χώμα από ποδοβολητά από ποδοβολητά μυρίων αλόγων. Μία – μία, η Κατίνα της άπλωσε στο τραπέζι. Καθίσαμε τριγύρω να τις κοιτάμε. Και μόλις βγήκε το φεγγάρι, χτύπησε η πόρτα... Σμύρνη, νύχτα της 9ης Μαίου 1889 Η πόρτα χτύπησε... Ητανε μια γυναίκα που δεν είχε ξαναφανεί στο μαχαλά. Ο αέρας μύρισε κάτι από τις μεγάλες σκηνές . Μέσα στον οντά της Αττάρτης έφεγγε ένα και μοναδικό κερί. Η γυναίκα κουβαλούσε ενα μεγάλο βιβλίο, πιο μεγάλο δεν έχεις ματαδεί, με λουκέτα και σιδεριές. «Κανένας», είπε η Αττάρτη «δεν γνωρίζει όσα η Σελάνα. Κανένας...» συνέχισε «δεν είναι τίποτα, χωρίς γνώση γις τις ρίζες του, τη φαμελιά του. Δεν μπορείς να δεις το φως, αν δεν γνωρίσεις το σκοτάδι. Οι άνθρωποι συχνά φοβούνται τι θα τους συμβεί. Καλύτερα να μάθαιναν τί τους συνέβει. Γιατί ό,τι έγινε θα ξαναγίνει... η Σελάνα έχει τη γνώση της σκιάς. Αυτής που ακολουθεί τους ανθρώπους. Και είναι εδώ να μας την θυμίζει» Ο αέρας ψύχρανε κι η Σελάνα, ξεκίνησε να μιλάει. Μπορεί να μίλαγε και για οκτώ μέρες συνέχεια.... «Μια φορά κι ένα καιρό, στα παλιά εκείνα χρόνια, πριν ακόμα χωρίσει η γη τα νερά της, ζούσαν τρείς αδελφές. H Άσταρτ, η Βααλιντέ που το πραγματικό της όνομα ήταν Βααλ και η Ντάσταρ. Μάνα τους ήταν η Ασσυράντα, που ερμήνευε τα άστρα και τα νερά. H Άσταρτ κι η Βααλιντέ ήσαν οι πρωτότοκες. Το μυαλό της μιανής δούλευε με καλοσύνη. Το μυαλό της αλληνής δούλευε με κακία. H μάνα τους, η Ασσυράντα, τους χώρισε μια μέρα τα χωράφια για να μην τσακωθούν ποτέ. H κάθε αδελφή πήρε τα μέρη που της όρισαν κι έφτιαξε την κάστα της εκεί. H οı μια απέκτησε τον τίτλο της «Μαγκ» Οι άνθρωποι μετά τις είπαν μάγισσες, αλλά τότε σήμαινε «Σοφή» H Βααλ που είχε νεύρο ,απαίτησε πρώτη, τις Ινδίες, τα μακρινά νησιά και την Κίνα. Μεγάλα μέρη. Εφτιαξε τα παλάτια της εκεί. H Αστάρτη πήρε τη Μεσοποταμία, την Περσία, τις ρωσικές στέπες. Η Ντάσταρ πήρε την μαύρη γη. Εφτιαξε το παλάτι της στον Νείλο και γέννησε εκεί τους Φαραώ. Μαζί με τους τόπους, οι τρείς αδελφές, πήραν από τη μάνα τη δύναμη να ορίζουν τη μοίρα των ανθρώπων τους. Τέλος, ένα δώρο στην καθεμιά, τη δύναμη της γνώσης, την τέχνη της μαγείας. H Βααλ μπήκε στην Κίνα κι ο τρόμος αμέσως σκόρπισε στους ανθρώπους εκεί. Πρώτο της μέλημα, ο πλούτος. «Θα κρατήσετε ένα πιάτο φαΐ ο καθένας σας τη μέρα και τα υπόλοιπα θα είναι δικά μου». Οργάνωσε στρατό από δυνατούς με κοφτερά σπαθιά που γύρναγαν από τόπο σε τόπο, από πόλη σε πόλη κι από χωριό σε χωριό και μάζευαν τη φτώχεια του κοσμάκη. Μερικοί διαμαρτυρήθηκαν, αλλά η Βααλ πέταξε εκεί ένα βράδυ με μαύρα φτερά και τους σκόρπισε κατάρα. Τα παιδιά τους αρρώστησαν, τα χωριά τους κάηκαν, κι οι ίδιοι έχασαν το κεφάλι τους.Ο κόσμος τρόμαξε. Πάγωσε το αίμα του. Φοβήθηκε τη Βααλ. Ισχυροί και ανίσχυροι, κλείστηκαν στο καβούκι τους. Τότε ήταν που της έβγαλαν από το «Μαγκ Βααλ», Σοφή Βάλ δηλαδή, το «Βααλιντέ». Κι άρχισαν όλοι να την φοβούνται Μετά έγινε κάτι κι η Βααλ ξεκίνησε τους πολέμους. Τους ιερούς πολέμους των τζαν. Μάθαινε πως την αδελφή της, τη Μαγκ Άσταρτ, ο κόσμος την λάτρευε όλο και περισσότερο. Οι άνθρωποι εκεί την αγαπούσαν, κι αυτή τους έδινε δώρα. Μάθανε να ζουν, να χτίζουν σπίτια, να καλλιεργούν τους αγρούς, να δουλεύουν τα χρώματα. Τώρα έφτιαχνε λαμπρά παλάτια δίπλα στον Εφράτη, μελετούσε τ’ άστρα κι όριζε πορείες για τους ανθρώπους της, πολύ δημιουργικές. Λάμπραινε μέρα με τη μέρα. Οι κεντημένοι χιτώνες της Βααλ με τα πολύτιμα πετράδια, τα πολύχρωμα ανάκτορά της που οι κορφές τους ορθώνονταν μέχρι τον ουρανό, τα πουλιά που κελαιδούσαν μέσα στα χρυσά κλουβιά, άρχισαν να χλωμαίνουν κι η Βααλ ζήλεψε που ο κόσμος αγαπούσε την Μαγκ Άσταρτ. Κι όλο έστελνε αγγελιοφόρους να μαθαίνει τι γίνεται στα μέρη των ποταμών. «Ευλογημένη νά’ναι η Μαγκ Άσταρτ, η κυρά των δύο ποταμών», της έφερναν πίσω τα νέα οι αγγελιοφόροι. Αντί για απάντηση, η Μαγκ Βααλ, τους έπαιρνε το κεφάλι. Ντύθηκε με αντρικά ρούχα, έζωσε στη μέση της σπαθιά κοφτερά κι άρχισε να παίζει με μανία, πολεμικά παιχνίδια. Κάθε αντίπαλός της, αν την κέρδιζε, έχανε το κεφάλι του. Πολέμαγε πρωΐ, πολέμαγε βράδυ. Μέρα και νύχτα. Στον ύπνο της ακόμα πολέμαγε κι απέναντί της είχε την αληθινή της αντίπαλο, την Άσταρτ. Μήνυσε στους υπηκόους της πως αν κάποιος νικούσε τη Μαγκ Βααλ στο σπαθί, θα κέρδιζε πλούτη, δύναμη και δόξα. Μισούσε. Κι όσο περισσότερο μισούσε, τόσο περισσότερο πείσμωνε με τα πολεμικά. Μάνιασε να ξεσκίσει στην αδελφή της. Κι έκανε ότι μπορούσε να βρεί αφορμή να επιτεθεί. Ωσπου μια μέρα..... Βρήκε. Ξέσπασαν τότε οι πόλεμοι των μαγισσών.» Εγινε σιωπή. Η Σελάνα πήρε μια ανάσα. Η Αττάρτη χαμήλωσε το κεφάλι. « H Βααλιντέ» συνέχισε η Σελάνα, «έφυγε από την Κίνα και πήγε να μείνει στις στέπες που ήταν κι εκεί δικά της χωράφια. Εκανε τότε τον κόσμο της στέπας πολέμικο. Τους έδωσε άλογα, πολεμικές κραυγές, δίψα για πλούτη και τους αμόλυσε προς τη Δύση. Αρχισε να γεννάει τους αρχηγούς, τους σουλτάνους. Συνάμα, οργάνωσε τις Βααλτρίδες της, τις μαγίστρες της δηλαδή,για να πολεμήσουν τις Άσταρτίνες. Ανθρωποι και τζαν, αίμα και μυαλό χανόντουσαν στις...». Αίγινα, 24 Αυγούστου 1965 «... μάχες! Ο πόλεμος των μαγισσών κράτησε αιώνες...» «Γιέτερ ! πότνια Σελάνα». Η Κατίνα έδειξε με το χέρι της τις απλωμένες κάρτες στο τραπέζι. «Πες μας για τη deste» «Η deste eίναι το πιο παλιό μας μυστικό!». Η Σελάνα άνοιξε τις σιδεριές από το μεγάλο της βιβλίο και έβγαλε μια σκόνη. Την έριξε πάνω στα χαρτιά. Ενα λεπτό στρώμα γύρης στροβιλίστηκε στον αέρα και κάθισε πάνω στις μορφές. «Αναστήτωσαν οι ψυχές» μουρμούρισε «Ανθρωποι και τζαν, ζώα και ήλιοι, στοιχεία της γης, του αέρα , της φωτιάς των νερών των ουρανών... Ελθέ... Εγώ, η Σελάνα, κόρη της Μαγκ Άσταρτ σας καλώ» Σηκώθηκε νοτιάς. Το παράθυρο της κουζίνας άνοιξε διάπλατα και το πατζούρι χτύπησε το κανάτι στο πρεβάζι. «Κάθε πρόσωπο της deste», συνέχισε η Σελάνα, «είναι ένα πρόσωπο της γενιάς μας που έχει χαρεί, πονέσει, κλάψει, περάσει δεινά, ευδαιμονίες και συμφορές, δόξες και θρήνους. Κάθε πρόσωπο της deste, έχει πικρά μάθει αυτό που θέλει να σου πει... Αρκεί να έχεις το κουράγιο να το ακούσεις. Τα χαρτιά θα σου πουν ότι θέλεις να μάθεις, αρκεί να ακούσεις τις φωνές τους. Θα σε πάρουν από το χέρι και θα σε ταξιδέψουν στα μελλούμενά σου. Εμπιστέψου τα. Και δεν θα χάσεις». Η Σελάνα ακούμπησε το χέρι της στην Tattaret. «Την λέμε η χανούμ του Εβενου. Τα μαλλιά της ήταν μαύρα, τα τσίνορά της σκοτεινά. Στο μογγόλικο πρόσωπό της σπινθιροβολούσαν δυό μάτια σαν άστρα μες τη νύχτα. H μάνα της ήταν πολύ φτωχή κι η Τατταρέτ την είχε πάντα έγνοια. Καλή κόρη. Γεννήθηκε στα χρόνια που η δόξα θα πέρναγε στα χέρια των Ταττάρων. Αυτή ήταν η γενιά της. Την ερωτεύτηκε ένας της γενιάς της, ο Τζενκ κχαν τότε που οι Ταττάροι ζούσαν στις πεδιάδες. Εκεί τα νερά ήταν πολλά και το χορτάρι πλούσιο. Μόνο αυτά τα δυό ένοιαζαν τους άγριους αυτούς, ώσπου η Τατταρέτ, έσπειρε στον αντρα της την επιθυμία του πλούτου και της κατάκτησης. Ενωσε εκείνος τους Ταττάρους κι έγινε αρχηγός όλων των Μογγόλων και εκείνη δυνάμωσε τις Άσταρτίνες της φυλής της. H Αστάρτη διάλεξε την Τατταρέτ για τζαν,όταν εκείνη ήταν οκτώ χρονών. Στα χρόνια της, όσο εκείνη κουμαντάριζε τους Ταττάρους, οι Βααλτρίδες έπαθαν μεγάλες καταστροφές. H Τατταρέτ, μπήκε στην Κίνα τροπαιοφόρα. Κάθε φορά που στρεφόταν στην Ινδία, η Βαλιντέ σήκωνε κύματα ζέστης για να την διώχνει μακριά. Μια μέρα που η μάχη κρινόταν δύσκολα, η Τατταρέτ, έβαλε το στρατό του άντρα της να ανάψει φωτιές παντού. Ο εχθρός φοβήθηκε το πλήθος που αντίκρυσε μέσα στη νύχτα και τράπηκε σε φυγή . Οταν σκοτώθηκε στο πεδίο της μάχης, η Τατταρέτ, μπήκε στο σώμα της κόρης της. Ο κόσμος είδε τότε με απαίχθεια, τον Κχαν να παντρεύεται την κόρη του!. Μέσα από τη deste, η Τατταρέτ, θα σου μιλήσει για την οικογένεια, για τα παιδιά που θα κάνεις αλλά και για την κακία και το συμφέρον. Η Σελάνα αναπήδησε από τις αναμνήσεις. «H Τατταρέτ, πήρε ένδοξα τη θέση της στην deste. Και την τιμούμε κάθε πρώτη Μαγιού που θεριεύουν τα σπαρτά, όπως σ’ εκείνα τα δροσερά λιβάδια των Ταττάρων...» Σμύρνη, νύχτα της 7ης Οκτωβρίου 1890 Εγινε σιωπή κι η Αττάρτη έδειξε το τζαν του Αριμάν. Η Σελάνα έγνεψε καταφατικά και συνέχισε “Στο μύθο των μαγισσών υπάρχουν και σκοτεινά στοιχειά που ζωγραφίστηκαν σε κάρτες για να μας θυμίζουν τα λάθη και τις μιζέριες μας». «Τι χάζι πού’χει τούτη η μούρη!». Η Κατίνα χτύπησε δυό φορές την κάρτα. «Αστεία μοιάζει... Μιζέρια μας έφερε αυτή!» «Αυτή τη μορφή» έκανε η Σελάνα «να τη φοβάσαι. Είναι το τζαν του Αριμάν που έχει για χρώμα του το κόκκινο της πυράς. Είναι η η Αρκούδα. Οι Ασταρτίνες την αποκαλούν «σαχτέκα»... Σε όλη μας την ύπαρξη πολεμάμε για τη γενιά μας. Σε όλη μας την ύπαρξη, πολεμάμε για το δίκιο και τα πιστεύω μας. Οι άνθρωποι ήταν πάντα στα χέρια μας, χωρίς να ξέρουν το πως και το γιατί. Διαλέγαμε να καθοδηγούμε τους ισχυρούς. Η μαγκ Άσταρτ όμως γνωρίζει πως η δύναμη βρίσκεται στον ταπεινό. Κι όταν εκείνη αποφασίσει, θα έρθει η ώρα που θα προσφέρουμε τα δώρα μας και τα πιστεύω μας στους ανθρώπους. Θα τους μυήσουμε σε μυστικά των θεών. Τότε οι στρατιές μας θα πληθύνουν κατά μιλιούνια κι οι Βαλτρίδες θα κατατροπωθούν. Ο πόλεμος αυτός θα τελειώσει. Ειρήνη θα βασιλέψει. Μόνο ένας κίνδυνος θα καραδοκεί. Το τζαν του Αριμάν. Υπουλο. Τότε θα έχεις να πολεμήσεις τις σαχτέκες». «Εγώ;» «Εσύ» «Δεν μ’ενδιαφέρει να πολεμήσω κανέναν» είπε η Κατίνα. «Αυτά τα χαρτιά! Πως δουλεύουνε;» Η Σελάνα αδιαφόρησε. «Θα θελήσεις να πολεμήσεις τις σαχτέκες, γιατί κατά βάθος είσαι και εσύ μία. Θα πρέπει πρώτα να πολεμήσεις τον εαυτό σου». Αίγινα, 24 Αυγούστου 1965 Η μαμά κοιτούσε τη deste με θαυμασμό. Η Σελάνα συνέχισε. « Μα εκτός από τις μάγισσες της Βααλιντέ, έχουμε να πολεμήσουμε και τις σαχτέκες». Στα χρόνια αυτά κάποια πράγματα πέρασαν κακώς- κάκιστα στις σαχτέκες ....» Εκλεψαν ότι μπορούσαν. Οτι βρήκαν μπροστά τους και ότι έπαιρνε τ’ αυτί τους... Γέμιζαν έτσι τα στομάχια τους εις βάρος των αδαών. Μετέφεραν την ημιμάθεια στα παιδιά και στα εγγόνια τους, κληρονομιά. Ικανά άτομα μερικοί απ αυτούς εμπλούτισαν τις γνώσεις με άλλες βλακείες. Να εντυπωσιάσουν...Χμ! Το πρώτο πράγμα που προσπάθησαν να μας κλέψουν ήταν η deste». Η Σελάνα ανατρίχιασε. «Εκείνα τα χρόνια που κάθε κάστα προετοίμαζε τις τζαν της πολέμαχες, οι μικρές τζαν, έμπαιναν στο διβάν από πολύ τρυφερή ηλικία, όπως τότε οι αρκουδίτσες στην υπηρεσίας της Άρτεμης. Η μαγκ Άσταρτ τις επέλεγε, με σύνεση μάνας. Μάθαιναν να βλέπουν αυτά που δεν βλέπεις, να ακούν αυτά που δεν ακούς. Οι μικρές τζαν είχαν για ν’ ακονίζουν το μυαλό τους να μάθουν την τέχνη της σοφίας. Μάθαιναν με κουκλάκια και κάρτες . Ενα από αυτά ήταν η Deste. Την Deste, να την σέβεστε και τα φύλλα της να τα ακουμπάτε αφού εξαγνισθείτε. Είναι πολύ παλιά. Ξεκίνησε πριν απο πολλά πολλά χρόνια από τέσσερα μόνο χαρτιά. Το κόκκινο της φωτιάς, το λευκό του αέρα, το μαύρο της γης, το πράσινο του νερού της λίμνης. Πήγαν να την πάρουν δόλια από τον Μπαρνασμπέ, όταν ήταν επτά χρονών. Ευτυχώς δεν τα κατάφεραν και ζωγράφισαν μόνες τους ότι πήρε το ματι τους. Της βάλαν καρδούλες και αστεράκια, γιατί μέχρι εκεί τις έπαιρνε να ζωγραφίζουν»... Μετά είπε με θυμό: «Βγάλανε το καλύτερό μας άλογο, τον Munzour, μουτζούρη, ενώ είναι το πιο λαμπρό πνεύμα της Μαντζουρίας... Οι σαχτέκες, κερδίζουν την εμπιστοσύνη σου, γιατι σου παριστάνουν τη φίλη. Ο άνθρωπος που πονά, θέλει κάποιον να εμπιστευτεί. Να πάρει ελπίδες. Να απαλύνει τον καυμό του. Κι οι σαχτέκες αυτό το γνωρίζουν πολύ καλά. Εκεί πάνω τους πατάνε και τους υποδουλώνουν. Τους απομυζούν τον αέρα, το αίμα, την ψυχή. Θα πρέπει να εξοντωθούν οι σαχτέκες για να λυτρωθούν οι άνθρωποι. Να ζήσουν ελεύθεροι» Η Κατίνα σηκώθηκε ξάφνου ορθή κι ακούμπησε στο μπαστούνι. «Εγώ» είπε, «σε όλη μου τούτη τη ζωή, εμπιστευόμουν τον καθένα όσο του άξιζε. Και μέχρι εκεί που του άξιζε. Είχα τα μάτια μου ανοικτά είχα τα αυτιά μου πρόθυμα. Είχα όμως πάντα δυό λαμπρές βοήθειες. Την ευλογία της μάνας και το διάβασμα της μοίρας. Γιατί όταν ξέρεις, έχεις τον τρόπο. Γιατί όταν γνωρίζεις, κινείσαι με σύνεση. Η γνώση είναι ο πλούτος. Οι άνθρωποι συχνά σου λένε : «Αν τό’ξερα θα είχα πράξει αλλιώς. Κι εγώ ποτέ δεν μιλούσα. Εμαθα την deste όταν ήμουν δέκα χρονώ. Προχώραγα έκτοτε τη ζωή μου, έχοντας την βοήθεια όλης μου της γενιάς, να παλεύει μαζί μου και να με καθοδηγεί. Το άλογο του ρουμπινιού ο Kalif, με γλίτωσε μια μέρα από κάτι που θα με οδηγούσε σε αδιέξοδο. Είχα τότε που πρωτομπήκα στο Καραμανέικο μια εχθρά που ξεφύτρωσε σαν έχιδνα να μου ρουφήξει το αίμα και να με ξεφτελίσει στα αρσενικά μου. Στο μάτι είχε βάλει αυτή τον Σύριο. Παλιά γενιά Σμυρναίων αρχόντων, χωρίς παράδες πλέον αφού ο πατέρας της είχε καταστραφεί, φαντάστηκε πως θα εντυπωσίαζε τον Σύριο με τον αέρα και την καταγωγή της. Ένα βράδυ, σε μια βεγγέρα, βάλθηκε αυτή να λέει για το ράγκο των εκλεκτών Σμυρναίων, πόσο κλειστό πρέπει να είναι με τους γάμους. «Κανένα στοιχείο χωρίς αρχόντικο μεγάλωμα δεν πρέπει να μας μιάνει». Χτύπησε με το κουταλάκι της το ποτήρι της κι έγινε σιγή για να συνεχίσει. Εγώ συνέχισα να τρώω γιατι πείναγα. Δεν ήξερα και τι είναι το κουταλάκι. «Να προσέχουν οι άντρες μας που ερωτεύονται και τι παντρεύονται. Ολες οι φτωχομαχαλούδες θέλουν να γίνουν μεγαλοκυράδες...!». Το τραπέζι κάγχασε χαμηλόφωνα. Δυό γυρίσαν και κοιτάξαν εμένα. «Κανένας δεν τους απαγορεύει...» συνέχισε η οχιά «να έχουν ερωμένες όποιες γουστάρουν. Αντρες είναι στο κάτω κάτω. Μέχρι εκεί. Αλλα οφείλουν να μας προστατεύουν από την κατάντια να τρώμε μαζί τους». Γύρισαν τότε και με κοίταξαν όλοι. Με τσάκωσαν την ώρα που μου’χαν κρεμαστεί τα μακαρόνια από το στόμα. Προσπαθούσα να τα χώσω μέσα, όπως έτρωγα λαίμαργα... Πεινούσα. Επιασα την αηδία στο βλέμμα τους. Εκείνη σήκωσε το φρύδι και τόνισε: «Μας το οφείλουν αυτό!» Τη μίσησα. Την άλλη μέρα, ο Σύριος, ζήτησε από τον Κωνσταντίνο να με μεταφέρει σε άλλο σπίτι. Το δηλητήριό της είχε πιάσει. Έβαλα μπρος να την πολεμήσω δολίως. Ε ρε και ποιός είδε τότε τον Θεό και δεν τον φοβήθηκε. Λύσσαξα. Ολη μου η προσοχή ήταν στραμμένη εκεί. Αλλά μια μέρα στην ισκαμπίλ, ο Kalif μου υπέδειξε κάτι διαφορετικό «Μην υποτιμάς τον εχθρό σου. Ακου προσεκτικά τα λόγια του. Θα είναι προς όφελός σου. Χτίσε εκεί πάνω».Εγώ έτσι το ορμήνεψα. Τότε ξύπνησα. Μου έδωσε να καταλάβω πως κι αυτήν να ξεγάνωνα, θα ξεφύτρωνε κάποια άλλη. Μου έδωσε να καταλάβω, ότι δεν ήταν αυτή ο εχθρός μου, αλλά ο ευατός μου! Κι ήμουν πολύ καλύτερη απ’ αυτήν. Και ποιά ήταν αυτή τέλος πάντων! Αν μας έβαζαν δίπλα δίπλα στις κακουχίες, εγώ θα επιζούσα, εκείνη θα έβαζε τα κλάματα. Αισθάνθηκα δυνατή. Αν αυτές μπορούσαν να χτυπάνε το κουταλάκι και να γίνεται ησυχία, τότε κι εγώ! Βάλθηκα να χτίσω ένα σεβασμό, τον οποίον κατόπι θα απαιτούσα. Μην νομίζετε όμως πως μου ξέφυγε κι η έχιδνα. Ποσώς! Την ξεδόντιασα με την ησυχία μου και απόλαυσα κάθε ουρλιαχτό που έσκουζε σε κάθε νύχι που της έβγαζα. Ο Kalif λέει και κάτι άλλο «Οι καθαρές κουβέντες και οι λογαριασμοί είναι πάντα η καλύτερη μέθοδος» Πήγα μια μέρα και την βρήκα «Ως εδώ της είπα, τα φιδίσια σου. Κόψτο αυτό το ύπουλο. Αν συνεχίσεις, θα σε τσακίσω» Δε με πήρε στα σοβαρά. Γέλασε μάλιστα και με πέταξε έξω. Τρείς μήνες μετά, η έχιδνα ετοίμαζε νυφικό. Γύρναγε δεξιά κι αριστερά περιχαρής και δεχόταν συγχαρίκια. Ετοιμαζόταν για ένα γάμο που θα βούιζε όλη η Σμύρνη. Είχε πετύχει ένα καλό γαμπρό. «Μωρέ μπράβο της!» έλεγε η Σμύρνη. Το νυφικό όμως της έμεινε κρεμμασμένο. Ο γαμπρός, δυό μέρες πριν το στεφάνωμα, έφυγε με μια φτωχομαχαλού. Η έχιδνα δάγκασε τη γλώσσα της και της έμεινε εκεί κρεμασένη. Ούτε τα μακαρόνια δεν μπορούσε να μασήσει της προκοπής πια. Έχασε τα λογικά της. Γύρναγε από σαχτέκα σε σαχτέκα να γυρίσει τον γαμπρό πίσω. «Ναι» της λέγανε αυτές ... « Θα γυρίσει» Νομίζω πως ακόμα περιμένει. Αλλη μια φορά, πιο παλιά, στα δεκαεπτά μου χρόνια, ερωτεύτηκα παράφορα έναν. Ελειωνα για δαύτον. Νύχτα ξεγλύστραγα από το σπίτι να πάω να τον βρώ. Φοβος με είχε πιάσει όμως μη με χαμπαριάσει κανείς. Κι αν έχανα το Σπύρο; Ο πασσάς του ρουμπινιού ο Saah εμφανίστηκε κείνη τη μέρα στο φαλά μπακμάκ . Σαν να με ώθησε.“Μην αφήσεις αυτόν τον έρωτα να σου φύγει” μου είπε. “Γνώρισέ τον! Ζήσε τον!. Γιατί αλλιώς δεν θα γευτείς τη ζωή κι αυτή θα περάσει ανόητα από δίπλα σου. Κι εσύ θα μείνεις με την πίκρα του. Στο τέλος θα καταλάβεις που αγαπάς περισσότερο. Κι εκεί θα δοθείς. Και μη φοβάσαι. Κανείς δεν θα μάθει τίποτα, αν εσύ δεν θέλεις πραγματικά να μάθει κανείς τίποτα”. Όρμηξα και το ρούφηξα αυτό! Κι όταν το γεύτηκα, πεθύμησα πίσω τη σιγουριά του άντρα μου. Λάτρεψα εκείνον περισσότερο. Κι όπως τόπε ο πασσάς του ρουμπινιού, κανείς ποτέ δεν έμαθε τίποτα.» Ξανακάθισε στην καρέκλα. Το κερί έδειχνε να τελειώνει. Είχε περιχύσει όλο το κηροπήγιο κι έπεφτε στο τραπέζι. Αν γινόταν σκοτάδι, η Σελάνα θά’φευγε. Σμύρνη νύχτα της 23ης Ιουλίου 1894 «Τι θέλεις να μάθεις;» Η Σελάνα γύρισε στην Κατίνα. «Αυριο το πρωί, η θεία μου η Φούλα κι η ξαδέλφη μου η Δέσποινα, με γύρεψαν να πάμε στο Κοκαργιαλί, στις εξοχές». Κει, στο μπροστινό σπίτι, το καλό, θα περάσουν το θέρος ένας νέος Σμυρνιός κι η φαμίλα του. Ο Σπύρος ο Σερμπέτογλου! Τον έχεις ακουστά; Η θεία Φούλα τον έχει βάλει στο μάτι, για την Δέσποινα. Τον θέλει για γαμπρό. Αλλα η μάνα μου λέει, μακάρι να τον είχαμε μεις. Και νέος κι όμορφος και με παράδες και κιμπάρης. Ολη η Σμυρνη έχει να λέει! Κυράδες θα γινόμαστε κι όλες θα μας ζουλεύανε... Ε;» Την κοίταξε ερευνητικά . Η Σελάνα πήρε το χέρι της Κατίνας και το ακούμπησε πάνω στην deste. «Εσύ κυρά της μνήμης και της βουλής, Εσύ το φως του σκοταδιού. Εσύ βασίλισσα των ψυχών. Δώσε δύμανη αερικού σ’ αυτό το κορίτσι να κάνει το ταξίδι του. Φώτισέ το να δει τα μελλούμενά του». Οι κάρτες άρχισαν ν ανοίγουν πάνω στον σοφά. Πάνω αριστερά εμφανίστηκε ο δρόμος όρθιος, μακρύς και ανοικτός και δίπλα του ορθή κι η καρδιά λαμπερή και φωτισμένη. «Καλόμοιρο το μονοπάτι που σου ορίζει η μοίρα. Θα πας εκεί που λες και θα γνωρίσεις αυτόν που θες. Η καρδιά σου είναι έτοιμη να του δοθεί. Και θα του δοθεί». Πάνω από την καρδιά, εμφανίστηκε ο Sunit και στο κεφάλι του τ’ αστέρια. “Για να τον κερδίσεις αυτόν, θα περάσεις δυσκολίες. Πολλές. Σε βλέπω να τον ξεμοναχιάζεις. Να βάζεις μπρός τη χανούμ του ρουμπινιού, το σώμα σου, τα κάλλη σου για να τον σαγινεύσεις… Ο Turan! O Turan αναποδογυρίζει. Δεσίματα θα κάνεις. Μετά έρχονται κι άλλες δυσκολίες. Αυτός αγαπά μια. Κόρη σαχτέκας. Δεμένος είναι κι από κει. Τα δεσίματα όμως αυτά δεν είναι ισχυρά. Φιαγμένα από χέρι ανίδεο, εύκολα θα τα εξολοθρεύσεις. Κι άλλες δυσκολίες! Η Σουλτάνα του έβενου θέλει να μπεί εμπόδιο στον γάμο. Η μάνα του. Δεν θα τα καταφέρει. Το φως της τζαν σου δίνει βοήθεια”. Στον σοφά εμφανίστηκε η Urmiaa “Αλλά η νίκη είναι δική σου. Η Σουλτάνα του ρουμπινιού κι η Βέρα πέφτουν εδώ… Ο νέος σου σύντροφος, φέρνει τα δώρα της σιγουριάς και της σταθερότητας. Μαζί του θα ζήσεις καλά. Να! Η άγκυρα είναι όρθια, Για φεγγάρια γεμάτα σε περιμένει νέο σπιτικό, πλούσιο και ευτυχισμένο με αγαθά ουράνια και επίγεια… μέχρι που…” Η Σελάνα ρίγησε ξαφνικά. Ο σταυρός και το μετζάρ έκλεισαν την τελευταία σειρά. Εδειχνε αναστατωμένη κι η Κατίνα την κοίταξε με περιέργεια. “Γιέτερ πότνια”. Το χέρι της Αττάρτης σταμάτησε τη Σελάνα. Αίγινα, 24 Αυγούστου 1965 “Τι θέλεις να μάθεις Ελένη;» Η Σελάνα γύρισε προς τη μαμά. Η μαμά τά’χασε.